Ἀκοῦμε ἀπὸ τὴν τηλεόραση ἕνα κονσέρτο τοῦ Schumman γιὰ πιάνο καὶ ὀρχήστρα. Ὁ Γέροντας: — Κοίταξέ την αὐτὴ τὴν μικρή, πῶς παίζει. Εἶναι ὅλη δοσμένη. Παίζει μὲ τὴν ψυχή της. Καὶ ὁ μαέστρος ἔχει πάθος, ἀλλὰ ὄχι ἄρρωστο πάθος, ὑγιές. Εἶναι νέος καὶ ὑγιής. Συναισθηματικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ παίζουν.

Αὐτὴ εἶναι μουσικὴ γιὰ τοὺς ὑγιεῖς καὶ εὐγενεῖς. Ἡ ἄλλη, ἡ τζὰζ καὶ κάτι ἄλλες, εἶναι μουσικὴ γιὰ τοὺς μπερδεμένους. Μουσικὴ μπερδεμένη, ποὺ ἀνταποκρίνεται στὰ μπερδέματα τῶν ἀνθρώπων. Ἐμένα μοῦ ἀρέσει ἡ μουσικὴ νὰ ἔχει καὶ τὸ θρησκευτικὸ μέσα. Τότε εἶναι πιὸ ὡραία, πιὸ τέλεια. Θὰ μοῦ ἄρεσε νὰ πᾶς στὴν ἐρημιά, στὴν ἐξοχὴ καὶ ν’ ἀκούσεις ξαφνικὰ ἁρμόνιο. Καὶ νἆναι ἕνας ἀσκητὴς ποὺ παίζει. Πῶς σοῦ φαίνεται, ἄσχημο; Μὲ παρεξηγεῖς; — Ὄχι, Γέροντα. Μοῦ φαίνεται μεγαλειῶδες καὶ συγκινητικό. — Ναί, κι ἐγὼ ἔτσι τὸ νιώθω. Ἕνας μοναχὸς ὅμως ἂν μ’ ἄκουγε θὰ μὲ παρεξηγοῦσε. Ἐγὼ ὅμως τὸ νιώθω πολὺ ὡραῖο. — Τὸ ἁρμόνιο σᾶς ἀρέσει πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ πιάνο; — Ναί, γιατὶ ἔχει πιὸ μαλακὸ καὶ γλυκὸ ἦχο. Ἔχει καὶ μιὰ εὐκολία νὰ τὸ μάθεις. Ἔχει ὁλόκληρες ἀξίες, ὄχι ἑξηκοστὰ τέταρτα κ.λπ. ποὺ ἔχει τὸ πιάνο. Κάθε μουσικὴ χτυπᾶ κι ἀλλοῦ. Σὲ ἄλλο μέρος τῆς ψυχῆς ἡ πατριωτική, σὲ ἄλλο ἡ σοβαρή, σὲ ἄλλο τὸ τραγούδι, σὲ ἄλλο ἡ τζάζ. Μαθητεύοντας στὸν Γέροντα Πορφύριο, σελ. -287-289